mamamazing

ΕΝΑΣ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΣ ΚΟΥΡΕΑΣ

       Τι να σας πρωτοπώ για αυτόν τον Κουρέα!Καταρχήν να σας πω ότι τον έλεγαν Αντρέα. Μάλιστα! Έτσι τον ήξεραν όλοι στη γειτονιά. Ο Αντρέας ο Κουρέας. Κ όλοι τον συμπαθούσαν παρά τις παραξενιές του.

      Ο Αντρέας ο κουρέας που λέτε λοιπόν, είχε το μαγαζί του στον δρόμο με τις εικοσιτέσσερις λεμονιές. Κανονικά οι λεμονιές ήταν εικοσιτρείς αλλά πήγε ένα βράδυ κρυφά ο Αντρέας την ώρα που όλοι κοιμόντουσαν βαθιά και φύτεψε μία ακόμα για να γίνουν εικοσιτέσσερις. Το κουρείο βρισκόταν στην όγδοη οδό, στον αριθμό τριάντα οχτώ. Και τι κουρείο ήταν αυτό!Εξοπλισμένο για να τα βλέπεις όλα διπλά! Είχε μέσα τέσσερις καρέκλες μπροστά από τέσσερις καθρέπτες, δέκα ψαλίδια κουρέματος, είκοσι ξυράφια εξαιρετικής ποιότητας, εικοσιδύο αφρούς και έξι πινέλα ξυρίσματος, δεκαοχτώ πετσέτες και δώδεκα ποδιές για να τις φοράνε οι πελάτες και να μην λερώνονται από τις τρίχες που πέφτουν. Βεβαίως ξέχασα να σας αναφέρω τους οχτώ καθρέφτες χειρός για αυτούς που ήθελαν να ξέρουν τι συμβαίνει ακόμα και πίσω από το κεφάλι τους. Γενικά σαν να λέμε, ο Αντρέας στο μαγαζί του είχε πολλά, πάρα πολλά πράγματα. Και το καλύτερο; Τα είχε όλα σε ζυγό αριθμό. Και αυτό δεν ήταν καθόλου τυχαίο.

       Όπως καταλάβατε, ο φίλος μας ο Αντρέας ο Κουρέας ήταν προληπτικός. Πολύ, μα πάρα πολύ προληπτικός και καθόλου δεν αστειευόταν με αυτό. Τα πάντα γύρω από αυτόν έπρεπε να είναι σε ζυγό αριθμό. Απεχθανόταν οτιδήποτε είχε μονό αριθμό γιατί πίστευε ότι του έφερνε γρουσουζιά. Ακόμα, είχε τυχερή και γκαντέμικη ημερομηνία. Η τυχερή του και καλύτερη του μέρα δεν ήταν άλλη από αυτή των γενεθλίων του, δηλαδή οχτώ Φεβρουαρίου και γκαντέμικη κάθε δεκατρείς του μήνα. Κ αν τύχαινε και έπεφτε Τρίτη και δεκατρείς, τότε αλίμονο του,γιατί εκείνη την ημέρα δε θα ξεμυτούσε καθόλου από το σπίτι. Η αγάπη του για τα ζυγά ήταν τόσο μεγάλη, που για να καταλάβετε αρκεί να μάθετε πως ο Αντρέας δεν άνοιγε ποτέ το μαγαζί του σε μονή ημερομηνία, παρά μόνο σε ζυγή. Αυτό που ακούσατε. Ο Αντρέας άνοιγε το μαγαζί του μόνο κάθε δύο, τέσσερις, έξι του μήνα και πάει λέγοντας. Αν όμως για κακή του τύχη ήθελε κάποιος να κουρευτεί στις εννέα του μήνα ας πούμε, έπρεπε να κάνει υπομονή και να πάει στις δέκα γιατί αλλιώς ο Αντρέας δεν υπήρχε απολύτως καμία περίπτωση να τον κουρέψει ή να του περιποιηθεί το μούσι, ακόμα κ αν υπήρχε απόλυτη ανάγκη. Και σοβαρολογώ πέρα ως πέρα.

        Ως και στον Δήμαρχο της Πόλης είχε αρνηθεί να του περιποιηθεί το μούσι του την ημέρα που αρραβώνιαζε τον γιο του, γιατί έπεφτε στις δεκαεννέα του μηνός, ημέρα Κυριακή. Ο καημένος ο Δήμαρχος, είχε ξεχάσει την λόξα του Αντρέα με τα ζυγά και τα μονά και παραλίγο θα έμενε ακούρευτος. Τι κ αν του έταξε ο Δήμαρχος ολόκληρη τιμητική πλακέτα εάν άνοιγε το μαγαζί του για χάρη του, ο Αντρέας αρνήθηκε και πάλι. Έτσι για να μην τα πολυλογώ, αντί να αλλάξει ο Αντρέας τη λόξα του και να ανοίξει το μαγαζί, άλλαξε μέρα ο αρραβώνας και από Κυριακή μεταφέρθηκε για την επόμενη μέρα που έπεφτε είκοσι του μήνα και ήταν ζυγή ημερομηνία, και άρα ο Δήμαρχος θα κουρευόταν. Όμως έπεφτε Δευτέρα, Τσαγκαροδευτέρα και όλοι πήγαν στον Αρραβώνα κουρασμένοι από τις δουλειές τους και αφού πρώτα είχαν κλείσει τα μαγαζιά τους. Έτσι έφτασε ολόκληρη η πόλη να αλλάξει το πρόγραμμα της για χάρη ενός κουρέα.

       Μεγάλη λόξα είχε ο Αντρέας με τα ζυγά. Και δε σταματάει εδώ αλλά έχει και συνέχεια. Μια φορά είχε μαλώσει με τον ξάδερφο του τον Προκόπη γιατί ήταν τριτοξάδερφος του και όχι δεύτερος ή τέταρτος. Εμ τι να κάνει και ο Προκόπης, που πολύ τον αγαπούσε τον ξάδερφο του παρά την παραξενιά που είχε; Είδε και αποείδε, και ζήτησε από τον Δήμαρχο να του αλλάξει επίθετο για να μην είναι καθόλου ξαδέρφια και έτσι να αποφύγει μια για πάντα τους καυγάδες.

        Επίσης άλλη φορά, ο Μπιριμπάγκος που είχε το βιβλιοπωλείο απέναντι από το κουρείο του Αντρέα είχε μία απίστευτη περιπέτεια. Μια μέρα, Ο Μπιριμπάγκος τακτοποιούσε τους μεγάλους συνδετήρες στα κουτάκια τους και τους χώριζε ανάλογα με χρώμα τους γιατί ήταν πολύ τακτικός και ήθελε όλα να είναι σε σειρά. Πολύ τον τάραζε τον Μπιριμπάγκο η ακαταστασία. Όμως μέσα στη φούρια του να τους ξεχωρίσει, πιάστηκε κατά λάθος ένα συνδετήρας στα μαλλιά του πάνω από το αριστερό του αυτί. Όσο κ αν προσπάθησε ο Μπιριμπάγκος δε μπόρεσε με τίποτα να βγάλει τον συνδετήρα και όσο πέρναγε η ώρα, όλο και περισσότερο τον έπιανε φαγούρα. Πάει που λέτε απέναντι, στο κουρείο του Αντρέα και στρογγυλοκάθισε στην πρώτη άδεια καρέκλα που βρήκε. Εξήγησε στον καλό του φίλο το μικρό του ατύχημα και του ζήτησε την πολύτιμη βοήθεια του, ξύνοντας με μανία το κεφάλι του που από την πολύ φαγούρα κόντευε να πάρει φωτιά. Έσκυψε ο Αντρέας από πάνω του, πήρε το ψαλίδι στο χέρι του, μα μόλις είδε λίγο καλύτερα, άφησε ξανά κάτω το ψαλίδι και είπε στον Μπιριμπάγκο ότι δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Θέλετε να μάθετε τον λόγο; Εξήγησε στον έκπληκτο Μπιριμπάγκο που τον κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια πως για να του κόψει την τούφα που είχε πάνω τον συνδετήρα έπρεπε να κάνει μόνο μια ψαλιδιά και εκείνος δεν κάνει ποτέ μία και μοναδική ψαλιδιά. Δύο ή τέσσερις αν ήθελε. Ο Μπιριμπάγκος πήγε καταστεναχωρημένος πίσω στο βιβλιοπωλείο προσπαθώντας να βρει ένα τρόπο να απαλλαγεί από τον ενοχλητικό συνδετήρα. Εκεί του ήρθε μια εκπληκτική ιδέα. Πήρε στα χέρια του το κουτί με τους πράσινους μεγάλους συνδετήρες, διάλεξε έναν και τον έμπλεξε επίτηδες πάνω από το δεξί του αυτί, στο σημείο περίπου που βρισκόταν και ο άλλος. Αμέσως μετά έτρεξε χαρούμενος στο κουρείο του Αντρέα, κάθισε και περίμενε με υπομονή να έρθει η σειρά του για να κουρευτεί. Όταν ήρθε εκείνη η ώρα, ο Αντρέας έκανε δύο ψαλιδιές στα μαλλιά του καλού του φίλου, μία πάνω από το κάθε αυτί και έτσι, έστω και με αυτόν τον τρόπο ο Μπιριμπάγκος κατάφερε να απαλλαγεί από τον ενοχλητικό συνδετήρα που του φαγούριζε όλη μέρα το κεφάλι.

       Επιτέλους είχε έρθει η πιο αγαπημένη ημέρα του Αντρέα!Τα γενέθλια του!Ξύπνησε νωρίς-νωρίς, κ αφού έφαγε το πρωινό του, πήρε το καπέλο του και ξεκίνησε κεφάτος για το κουρείο!Στο δρόμο τραγουδούσε χαρούμενος ¨και ο μήηηηνας έχει οχτώωωωω¨. Πρώτη στάση βέβαια το ζαχαροπλαστείο της κυρίας Κικής. Ήθελε να πάρει γλυκά για να κεράσει τους αγαπημένους του φίλους και πελάτες για τα γενέθλια του. Και η κυρία Κική έφτιαχνε κάθε πρωί τα πιο φρέσκα και λαχταριστά εκλέρ. Γεμιστά με σοκολάτα από άκρη σε άκρη και στην κορυφή έβαζε από ένα τραγανό κεράσι. Με άλλα λόγια, να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει. Ο Αντρέας ζήτησε να του ετοιμάσει σαράντα εκλεράκια λοιπόν κ ήταν έτοιμος να τα πάρει και να ξεκινήσει για το μαγαζί του όταν η κυρία Κική θυμήθηκε πως ο Αντρέας είχε γενέθλια και βγήκε από τον πάγκο της για να του ευχηθεί. Και τότε έκπληξη!Έβγαλε από την ποδιά της δύο σοκολάτες με αμύγδαλα τυλιγμένες με κόκκινες κορδέλες και τις έδωσε στον Αντρέα!Βλέπετε η κυρία Κική γνώριζε ότι ο Αντρέας ήταν προληπτικός και δεν ήθελε φασαρίες πρωί πρωί. Μα εκείνος αντί να την ευχαριστήσει άρχισε να μετράει τα πλακάκια και τα αμύγδαλα για να δει αν είναι ζυγά ή μονά. Η καημένη κυρία Κική που να φανταστεί ότι εκτός από τις δύο σοκολάτες έπρεπε να μετρήσει και όλα αυτά. Ευτυχώς, εντελώς τυχαία οι σοκολάτες που του χάρισε είχαν από δέκα πλακάκια και δώδεκα αμύγδαλα η κάθε μία Και έτσι ο Αντρέας αφού την ευχαρίστησε τελικώς την κ Κική για τα δώρα της, έφυγε για το κουρείο και την άφησε πίσω να απορεί με την παραξενιά του.

        Στρίβοντας λοιπόν στην όγδοη οδό, και μόλις είχε ανέβει στο πεζοδρόμιο εκεί μπροστά στη λεμονιά που ο ίδιος είχε φυτέψει,ένιωσε κάτι να γλιστράει από το καπέλο του πάνω στον ώμο του. Αφού φυσικά δε μπορούσε να γυρίσει και να δει πίσω από τον ώμο του, σκέφτηκε να βγάλει το καπέλο του για να δει τι συμβαίνει. Και τότε καταστροφή!Πάνω στο καπέλο του υπήρχε αραδιασμένη φαρδιά πλατιά μία τεράστια κουτσουλιά! Μπα, το άτιμο, που τον πέτυχε, σκέφτηκε ο Αντρέας και κοίταξε ψηλά για να ανακαλύψει ποιο πουλάκι έκανε την βρωμερή αυτή δουλειά. Κούνησε λίγο τα κλαδιά της λεμονιάς και ανάμεσα τους ξεχώρισε ένα γκρι περιστέρι που μόλις όμως πήρε τον Αντρέα μυρωδιά, πέταξε για την επόμενη λεμονιά. Το δύστυχο το περιστεράκι, φοβήθηκε πολύ. Όμως δε γνώριζε το καημένο ότι το μόνο που ήθελε ο Αντρέας από δαύτο ήταν να τον κουτσουλίσει ακόμα μια φορά, ώστε να έχει πάνω του δύο κουτσουλιές. Αφού τώρα είχε γίνει πια το κακό, σκέφτηκε, ας γινόταν τουλάχιστον σωστά.

       Κ έτσι άρχισε το κυνηγητό! Μία σκηνή που όποιος την έβλεπε θα γέλαγε πολύ!Ο Αντρέας να ακολουθεί ξωπίσω το περιστεράκι και όπου το πετύχαινε πήγαινε και στεκόταν από κάτω του. Πήγαινε στην αριστερή λεμονιά το περιστέρι; Τσουπ! Πήγαινε στην αριστερή λεμονιά και ο Αντρέας με τα γλυκά στο χέρι του να τα ζαλίζει με το πήγαινε έλα του. Άλλαζε γνώμη μετά ο φτερωτός μας φίλος και ήθελε να ξαναγυρίσει πίσω; Ακριβώς το ίδιο θα έκανε και Αντρέας.

        Όμως η ώρα είχε πια περάσει, και έπρεπε να συντομεύει την αποστολή του. Κόντευε πια δέκα και οι πρώτοι πελάτες σε λίγο θα έκαναν ουρά έξω από το κουρείο. Αλλά παρά την βιασύνη του Αντρέα, το περιστέρι αρνιόταν πεισματικά να ρίξει ακόμα μια κουτσουλιά και πλέον είχε εκείνος αρχίσει να απογοητεύεται. Δεν του άρεσε ο τρόπος που ξεκίνησαν τα γενέθλια του. Έτσι είπε να πάρει πιο δραστικά μέτρα. Λίγο παραδίπλα από το βιβλιοπωλείο του Μπιριμπάγκου, υπήρχε ο ξακουστός φούρνος της Φιλίτσας. Η μυρωδιά από τα κουλουράκια κανέλλας απλωνόταν σε όλη την όγδοη οδό, και για να πούμε την αλήθεια του είχε σπάσει τη μύτη. Μα η Φιλίτσα φημιζόταν για το καλύτερο κουλούρι της πόλης. Έτσι ο Αντρέας πήγε στον φούρνο και ζήτησε από την Φιλίτσα να του τυλίξει δύο κουλούρια με μπόλικο σουσάμι. Ένα για να δελεάσει το περιστέρι και ένα ακόμα για τον ίδιο που τόση ώρα με το κυνηγητό άρχισε πια να τον πιάνει μια ελαφριά λιγούρα. Εδώ τον περίμενε μία ακόμη έκπληξη! Όταν έβγαλε το πορτοφόλι του για να πληρώσει, η Φιλίτσα τον ενημέρωσε χαμογελώντας ότι ήθελε να του κάνει δώρο τα κουλούρια για τα γενέθλια του. Πολύ χάρηκε ο Άντρας με το κέρασμα της Φιλίτσας!Την ευχαρίστησε και έφυγε γρήγορα πίσω για να βρει το περιστέρι. Άραγε να ήταν ακόμα εκεί; Σκέφτηκε, και έκοψε λαίμαργα μια μπουκιά από το ζεστό κουλούρι του.

         Για καλή του τύχη, το περιστέρι όχι μόνο ήταν στη λεμονιά που το είχε αφήσει, αλλά μόλις μυρίστηκε μεζέ άρχισε να ζυγώνει τον Αντρέα μήπως το φιλέψει κάποιο ψιχουλάκι. Το πρώτο μέρος του σχεδίου έπιασε! Το περιστέρι έτρωγε τα ψιχουλάκια από το κουλούρι που του πετούσε ο Αντρέας και όλο έτρωγε και έτρωγε μέχρι που στο τέλος έγινε η κοιλίτσα του μεγάλη σαν μπαλόνι. Μάλλον παράφαγε, σκέφτηκε. Αμάν! Αυτό δεν το είχε υπολογίσει ο παμπόνηρος Αντρέας. Έτσι όπως είχε φουσκώσει από το πολύ φαγητό το περιστέρι, δεν θα μπορούσε να πετάξει για να ανέβει στη λεμονιά. Αν δεν ήταν αρκετά ψηλά, πως θα στεκόταν από κάτω του ο Αντρέας για να περιμένει να αποκτήσει και την δεύτερη κουτσουλιά που τόσο επιθυμούσε;

        Το σχέδιο του μάλλον δε πήγαινε πολύ καλά! Την λύση έδωσε κατά τύχη η Μουστακαλού, η γάτα του Τίμου του Λαχειοπώλη, που ακολουθούσε πιστά το αφεντικό της όπου και αν πήγαινε. Μόλις λοιπόν η Μουστακαλού είδε το περιστέρι που είχε βαρυστομαχιάσει, να ξεκουράζεται πάνω στο πεζοδρόμιο, έδωσε ένα σάλτο και με μιας βρέθηκε μπροστά του. Το δύστυχο περιστέρι, η Μουστακαλού μάλλον το είχε βάλει στο μάτι. Τόσο πολύ φοβήθηκε, που παρά την φουσκωμένη του κοιλίτσα, έβαλε τα δυνατά του για να ανοίξει τα φτερά του και να πετάξει πάνω στη λεμονιά! Και τα κατάφερε! Η Μουστακαλού έμεινε να ξύνει τα νύχια της απελπισμένη πάνω στον κορμό της λεμονιάς. Ευτυχώς το περιστεράκι είχε γλιτώσει από τα κοφτερά της νύχια, μόνο που από την τρομάρα του…του ξέφυγε μία κουτσουλιά! Ξέρετε που; Πάνω στο παπούτσι του Αντρέα! Δεν το πίστευε την χαρά του! Επιτέλους είχε αποκτήσει την δεύτερη κουτσουλιά που τόσο πολύ ήθελε!!! Τώρα μπορούσε να πάρει τα γλυκά και πάει στο κουρείο. Τόσο πολύ όμως χάρηκε ο Αντρέας, που δεν κατάλαβε πως στην προσπάθεια του να σταθεί κάτω από την λεμονιά, του έπεσε κατά λάθος κάτω το κουτί με τα εκλέρ! Σκέτη καταστροφή δηλαδή! Γυρίζει και τι να δει; Η λιχούδω η Μουστακαλού, είχε μπει ολόκληρη μέσα στο κουτί και είχε γεμίσει από πάνω ως κάτω με σοκολάτα ενώ από τα μουστάκια της κρεμόταν ένα λαχταριστό κατακόκκινο κεράσι!

      Ο Τίμος ο Λαχειοπώλης από το απέναντι πεζοδρόμιο κρατούσε την κοιλιά του από τα γέλια! Θα περνούσαν σίγουρα αρκετές ώρες ώσπου να πεινούσε ξανά η Μουστακαλού! Όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Εκτός από τον Αντρέα δηλαδή, που για χάρη μιας κουτσουλιάς έχασε τα γλυκά για τα γενέθλια του.

      Ξεκίνησε έστω και έτσι για το κουρείο. Έπρεπε επιτέλους να το ανοίξει!Από μακριά έβλεπε τον κόσμο που περίμενε απέξω. Ήταν μεγάλη αγένεια να τους αφήσει να περιμένουν κ άλλο. Όμως, τότε ο Τίμος ο Λαχειοπώλης τον φώναξε από απέναντι! Έκπληξη!Στο χέρι του κρατούσε μία τετράδα με λαχεία για να κάνει δώρο στον Αντρέα για τα γενέθλεια του. Κ όλα τα νούμερα ζυγά παρακαλώ!

        Ο Αντρέας ευχαρίστησε τον καλό του φίλο που μπήκε σε μεγάλο κόπο για να βρει λαχεία που δεν είχαν πάνω κανέναν αριθμό μονό. Χαρούμενος ξανά, πήρε τον δρόμο για το μαγαζί του.

      Όσο πλησίαζε στο κουρείο έβλεπε ότι όλο και περισσότερος κόσμος περίμενε απέξω. Άρχισε να περπατάει όλο και πιο γρήγορα μέχρι που έφτασε…και τότε ΕΚΠΛΗΞΗ!!!! Όλη η γειτονιά και οι καλοί του φίλοι του ετοίμασαν ένα πάρτυ έκπληξη! Έίχαν φέρει δύο μεγάλες τούρτες στον Αντρέα για να του κάνουν για τα γενέθλια του! Ήταν όλοι τους εκεί! Ο Δήμαρχος, ο Μπιριμπάγκος, ο Προκόπης που ήταν ξάδερφος μα τώρα δεν είναι πια, η κυρία Κική, η Φιλίτσα, ο Τίμος ο Λαχειοπώλης, ακόμα και η Μουστακαλού ήταν εκεί! Και τραγούδησαν δύο φορές χαρούμενα στον Αντρέα το τραγούδι των γενεθλειών που έσβησε από δέκα κεράκια στην κάθε τούρτα! Έφαγαν και ήπιαν, και πέρασαν τόσο καλά που ο Αντρέας ξέχασε να ανοίξει το κουρείο εκείνη την ημέρα! Ας είναι, σκέφτηκε! Αυτά τα γενέθλεια ήταν τα καλύτερα της ζωής του!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *